Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Ο δρόμος ήταν άδειος. Τον κοιτούσε με κλεφτές ματιές την ώρα που οδηγούσε. Κάθε τόσο δυνάμωνε τη μουσική όταν της άρεσε ένα τραγούδι. Δεν τον είχε ρωτήσει πού πηγαίναν, για πού οδηγούσε, δεν την απασχολούσε καν. Σ' ένα φανάρι κρέμασε το χέρι του στο τιμόνι κουρασμένος και της είπε: "Βγάλε το παλτό σου, όταν βγούμε έξω θα κρυώνεις.
.
"Της φάνηκε πώς τα φώτα του αυτοκινήτου δυνάμωσαν, άκουσε το ουρλιαχτό των φρένων και εκείνον τον αποκρουστικό ήχο του σίδερου που τσαλακώνεται. Μετά σιωπή και καπνός. Για μια πολύ μικρή στιγμή ένιωσε να χάνεται, μα έπειτα συνήλθε και κοίταξε τη θέση του οδηγού. Ήταν άδεια. Είχε βγει έξω, ευτυχώς ήταν καλά. Πετάχτηκε κι εκείνη έξω να δει τι είχε γίνει. Το αυτοκίνητο είχε καρφωθεί σε μία κολώνα. Εκείνος στεκόταν απ' έξω και κοιτούσε τα συντρίμμια.
.
"Πώς γίνεται να είσαι τόσο ανεύθυνος;" του φώναξε.
.
Τον είδε να σκύβει το κεφάλι.
.
"Θα μπορούσες να μας σκοτώσεις και τους δύο! Σου έχω πει τόσες φορές να οδηγείς σαν άνθρωπος! Και να τώρα..."
.
Εκείνος περιεργαζόταν το αυτοκίνητο, τις σκισμένες λαμαρίνες και τα θρυμματισμένα γυαλιά.
.
"Τι το κοιτάς; Για πέταμα είναι τώρα. Να λες καλά που ζούμε. Μα τι ανόητος που είσαι μωρέ, δε σε αντέχω άλλο!"
.
Καμία απάντηση. Θύμωσε. Φόρεσε το παλτό της και κάθισε στο πεζοδρόμιο. Περίμενε να καλέσει εκείνος οδική βοήθεια ή τελοσπάντων, να της πει τι θα γίνει. Εκείνη δε θα του μιλούσε ξανά.
.
Δεν πέρασε πολύ ώρα. Δεν περνούσαν άλλα αυτοκίνητα από το δρόμο και το κίτρινο αρρωστιάρικο φως του δρόμου τρεμόπαιζε. Τον κοιτούσε με κλεφτές ματιές. Είχε μείνει σχεδόν ακίνητος μπροστά από το αυτοκίνητο και δεν έκανε τίποτα. Σηκώθηκε και τον πλησίασε.
.
"Έλα..." είπε τρυφερά.
.
"Δεν είναι τίποτα, σίδερα είναι."
.
Ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.
.
"Δεν έπρεπε να σου φωνάξω πριν. Αλλά φοβήθηκα. Φοβήθηκα στην ιδέα ότι θα πάθεις κάτι. Γιατί τρέχεις. Πάντα τρέχεις και θυμώνεις όταν οδηγείς κι εγώ τρέμω."
.
Του έδωσε ένα φιλί στο κεφάλι και μύρισε τα μαλλιά του.
.
"Ξέρω ότι δε μπορείς να καταλάβεις, αλλά ο κόσμος μου δε θα είναι ο ίδιος αν πάθεις εσύ κάτι. Νομίζεις πως υπερβάλλω αλλά δε μπορώ να στο εξηγήσω καλύτερα. Θα μπορώ να ζω χωρίς εσένα, θα μπορώ να αναπνέω όπως κάνω από λίγο αφότου γεννήθηκα, αλλά όχι τον ίδιο αέρα. Τίποτα δε θα είναι το ίδιο αν λείψεις εσύ. Όχι γιατί κάνεις κάτι, όχι γιατί μου είσαι χρήσιμος σε κάτι, αλλά γιατί είσαι εσύ."
.
Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της και αντί να της το ζεστάνει, της το πάγωσε.
.
"Σ' αγαπάω πολύ. Κοίταξέ με."
.
Εκείνος δεν κουνήθηκε.
.
"Πάμε να φύγουμε από εδώ επιτέλους."
.
Πλησίασε πιο πολύ και κοίταξε το πρόσωπό του. Ήταν άσπρο σαν πανί και από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, μα στεκόταν ακίνητος, παγωμένος με το βλέμμα καρφωμένο μέσα στο αυτοκίνητο. Κοίταξε κι εκείνη εκεί που κοιτούσαν τα δικά του μάτια. Και τότε είδε το άψυχο σώμα της στη θέση του συνοδηγού, ανάμεσα σε λαμαρίνες και γυαλιά. Είχε βγάλει το παλτό της μόνο από το ένα χέρι. Αυτό πρόλαβε να κάνει.

2 σχόλια:

Λακων είπε...

Με μπέρδεψες. Ελπίζω να είναι φανταστική ιστορία!!

Ανώνυμος είπε...

Μακαρι φυσικα να μην ειναι αληθινη ιστορια αλλα... ο τροπος που μπορεις να αποδωσεις αυτα που σκεφτεσαι ειναι απλα τελειος...

αγαπημενα....


VideoPlaylist